... συμπληρώνονται αντίστοιχα το 2015 από τη γέννηση και την εκδημία του ιατρού-ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη, γεννημένου σαν σήμερα το 1925 στη Θεσσαλονίκη (με καταγωγή από το νομό Ρεθύμνης), ο οποίος ανήκει γραμματολογικά σους ποιητές της α' μεταπολεμικής γενιάς, φυλακίστηκε, καταδικάστηκε σε θάνατο και αποφυλακίστηκε το 1951, ενώ απεβίωσε στην Αθήνα το καλοκαίρι του 2005. Στίχοι του έχουν μελοποιηθεί, επίσης. Ποιητής της λεπτής πικρής ειρωνείας και των παρενθέσεων...
| Ο ποιητής (πηγή φωτό) |
*
Αποσπάσματα από το έργο του, αγαπημένα σπαράγματα :
Απροσδιόριστη Χρονολογία
Αυτή η μέρα
πέρασε χωρίς καμιάν απόχρωση
Τόσο διαφορετική από τις άλλες μέρες
(Ίσως η απαρχή ομοίων ημερών)
Έσβησεν έτσι ανάλαφρα όπως ήρθε
Χωρίς να παιχνιδίσει ο ήλιος στα κλαδιά
Τράβηξε τις
κουρτίνες της με διάκρισην η νύχτα.…Τόσο διαφορετική από τις άλλες μέρες
(Ίσως η απαρχή ομοίων ημερών)
Έσβησεν έτσι ανάλαφρα όπως ήρθε
Χωρίς να παιχνιδίσει ο ήλιος στα κλαδιά
Ίσως —λες—
πως δεν ήτανε καν μια μέρα
Μόνο που
σήμερα φωνάζουν αρνητικά οι αριθμοί
Το ρολόι γυρισμένο ένα ακόμα εικοσιτετράωρο
—Λες— πως περάσαμε ασυνείδητα τα μεσάνυχτα
Έναν ολόισιο ασφαλτοστρωμένο δρόμο.
*
Θά ’ρθει μια μέρα που δε θα ’χουμε πια τί να πούμε
Θα καθόμαστε απέναντι και θα κοιταζόμαστε στα μάτια
Η σιωπή μου θα λέει: Πόσο είσαι όμορφη, μα δε βρίσκω άλλο
τρόπο να σ’ το πω
Θα ταξιδέψουμε κάπου, έτσι από ανία ή για να πούμε πως κι
εμείς ταξιδέψαμε.
*
Ο κόσμος ψάχνει σ’ όλη του τη ζωή να βρει τουλάχιστο τον
έρωτα, μα δε βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνά πως η ζωή μας είναι τόσο μικρή που δεν
αξίζει καν να την αρχίσει κανείς.
…
Μια μέρα, ας ήτανε, να φύγω μακριά σου αλλά κι εκεί θά
’ρθεις και θα με ζητήσεις
Δεν μπορεί, Θε μου, να φύγει κανείς ποτέ μοναχός του.
*
13.12.43
Χτυπώ τους τοίχους της υγρής φυλακής μου και δεν προσμένω
απάντηση
Κανείς δεν θ’ αγγίξει την έκταση της στοργής και της θλίψης μου.
Κανείς δεν θ’ αγγίξει την έκταση της στοργής και της θλίψης μου.
*
Οι νικημένοι
Ξέρεις πως θά ’ρθει μια μέρα που θα φορέσουμε αλογάριαστα
ολόγυμνοι τον εαυτό μας
*
Επιτάφιον
Εδώ αναπαύεται
Η μόνη ανάπαυση της ζωής του
Η μόνη του στερνή ικανοποίηση
Να κείτεται μαζί με τους αφέντες του
Στην ίδια κρύα γη, στον ίδιο τόπο.
*
Πέντε μικρά θέματα
I
I
Μες στην κλειστή μοναξιά μου
Έσφιξα τη ζεστή παιδική σου άγνοια
Στην αγνή παρουσία σου καθρέφτισα τη χαμένη ψυχή μου.
III
Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα
Κάτω απ’ τους ίσκιους
των σπιτιών να περπατώ
Νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή
Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά
Κάμε να σ’ ανταμώσω, κάποτε, φάσμα χαμένο του πόθου μου
Κι εγώ ξεχασμένος κι
ατίθασος να περπατώ κρατώντας
Ακόμα μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες.
(Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς
Να γνωρίζω κανένανε κι ούτε
Κανένας με γνώριζε).
